Μια από τις αγαπημένες συζητήσεις τις τελευταίες μέρες ανάμεσα σε ανθρώπους που επιχειρούν να κάνουν πολιτική ανάλυση, ή πρόβλεψη των μελλουμένων είναι η σχέση ανάμεσα στις αραβικές εξεγέρσεις και στο κλίμα έντασης που επικρατεί στη χώρα από τη στιγμή της επιβολής του μνημονίου μέχρι σήμερα. Αρκετοί περιμένουν τη μεταφύτευση του φαινομένου εδώ πολύ σύντομα. Άλλοι θεωρούν μια τέτοια υπόθεση ουτοπία. Ωστόσο, το ότι συντηρείται μια τέτοια κουβέντα ακόμη και σε άρθρα έγκυρων εφημερίδων δείχνει πως καπνός μπορεί να μην υπάρχει (ακόμα), ωστόσο κανείς δεν μπορεί να πάρει όρκο ότι δεν θα υπάρξει κάποια στιγμή φωτιά.

Είναι γεγονός πως η Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση είναι μια χώρα με κοινοβουλευτική δημοκρατία και δημοκρατικούς θεσμούς. Οι πολίτες έχουν κληθεί 13 φορέςνα εκλέξουν Βουλή και κυβέρνηση. 18 διαφορετικά κόμματα, ή συμμαχίες έχουν περάσει το κατώφλι της Βουλής και η συμμετοχή των πολιτών ξεπερνά κατά πολύ αυτήν στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Επιπλέον, τα εκλογικά αποτελέσματα δεν έχουν ποτέ αμφισβητηθεί σοβαρά και τα όργια νοθείας του προ Χούντας παρελθόντος έχουν ξεχαστεί. Υπό αυτή την έννοια η Ελλάδα δεν έχει καμιά σχέση με τα καθεστώτα τύπου Μουμπάρακ και Καντάφι, όπου οι εκλογές αποτελούν μακρινή ανάμνηση, ή ανεκπλήρωτο όνειρο και η συμμετοχή των πολιτών περιορίζεται στην τυφλή υπακοή. Υπό αυτή την έννοια, επίσης, οι Έλληνες πολίτες έχουν πολύ μεγαλύτερη ευθύνη για τα τεκταινόμενα στη χώρα τους, από ότι οι πολίτες που ζουν κάτω από τη μπότα ενός απολυταρχικού καθεστώτος.

Αν σηκώσουμε όμως τη ματιά μας από τη σύγκριση της Ελλάδας με τις εξεγερμένες χώρες του Μάγκρεμπ κι επιχειρήσουμε μια σύγκριση με τις ευνομούμενες δυτικές δημοκρατίες, προκύπτουν ομοιότητες μεταξύ ημών και των Αράβων. Η διακυβέρνηση της χώρας την τελευταία εξηκονταετία είναι υπόθεση 3 οικογενειών, οι οποίες ελέγχουν ασυκτικά το πολιτικό σύστημα και τα media. Η ίδια συνταγή οικογενειοκρατίας εφαρμόζεται και στα χαμηλότερα επίπεδα (οι βουλευτές, οι δήμαρχοι, οι νομάρχες παραδίδουν τη σκυτάλη στα παιδιά τους, σχηματίζοντας έτσι πολιτικές δυναστείες κεντρικού, ή τοπικού χαρακτήρα που δεν επιτρέπουν την πρόσβαση σε υγιείς δυνάμεις). Η διαφθορά του δημόσιου τομέα είναι διάχυτη τόσο εδώ, όσο και στις αραβικές χώρες. Ο παρασιτισμός του ιδιωτικού τομέα και η φοροδιαφυγή των πλουσίων, επίσης. Η ατιμωρησία των ισχυρών και η μονομέρεια στον τρόπο απονομής δικαιοσύνης, επίσης. Το ίδιο προκλητική είναι (και στις δυο περιοχές) η χορήγηση προνομίων σε συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συνθήκες ακραίας ανισότητας.

Οι στρεβλώσεις, οι ανισότητες, το καθεστώς προνομίων στην πατρίδα μας καλύπτονταν όλα αυτά τα χρόνια μέσα από μικροεξυπηρετήσεις και πελατειακές συναλλαγές που κρατούσαν τους «μικρούς» ικανοποιημένους και φρόνιμους. Η διαφθορά, όμως, της πολιτικής τάξης, η ανυπαρξία ουσιαστικής ανάπτυξης, ο επιχειρηματικός παρασιτισμός, αλλά και συντεχνιακές υπερβολές δημιούργησαν σταδιακά ένα δημοσιονομικό τέρας που βούλιαξε τη χώρα, όταν ξεκίνησαν οι επιπτώσεις της παγκόσμιας νεοφιλελεύθερης κρίσης. Η έλλειψη πολιτικών αντανακλαστικών από την απροετοίμαστη πολιτική εξουσία (που είτε πράσινη, είτε γαλάζια όλα αυτά τα χρόνια απολάμβανε και μετέθετε συνειδητά την κρίση στο απώτερο μέλλον) οδήγησε στο Βατερλώ της διαπραγμάτευσης με τους τοκογλύφους δανειστές μας (ΔΝΤ-Ε.Ε.), που είδαν το ψητό και όρμησαν. Το μνημόνιο και οι επικαιροποιήσεις του, όπως κάθε μέρα αποδεικνύεται, ισοπεδώνουν δικαιώματα δεκαετιών, εξαθλιώνουν τον κόσμο της μισθωτής εργασίας και τους μικρομεσαίους επαγγελματίες, νεκρώνουν την αγορά, παραδίδουν φιλέτα της δημόσιας σφαίρας (Παιδεία, Υγεία) βορά στις ορέξεις των φανατικών του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, δημιουργούν συνθήκες ακραίου πλουτισμού για τους ήδη πλούσιους και μετατρέπουν τη δημόσια περιουσία σε φτηνό ρετάλι προς εκποίηση. Ταυτόχρονα, η έλλειψη επαγγελματικών ευκαιριών εκτινάσσει τους δείκτες ανεργίας και δημιουργεί ένα νέο κύμα μετανάστευσης των πιο δυναμικών στοιχείων της κοινωνίας.

Μπορεί, επομένως, εμείς να έχουμε δημοκρατία, έχουμε όμως και οικογενειοκρατία, ανομία, διαφθορά, αδικία, παρασιτισμό, φτώχεια, απόγνωση και θυμό, στοιχεία που ώθησαν εκατομμύρια ανθρώπους σε Τυνησία, Αλγερία, Αίγυπτο, Λιβύη, Υεμένη και Μπαχρέιν με κίνδυνο της ζωής τους να βγουν στους δρόμους και να παλέψουν για πιο υγιή και δημοκρατικά συστήματα διακυβέρνησης. Βεβαίως στις χώρες αυτές, θα μου πείτε, υπάρχει εξαθλίωση. Κανείς, όμως, δεν ξέρει πόσο θα εξαθλιωθεί ο μέσος Έλληνας μέσα από τις συνεχείς επικαιροποιήσεις του μνημονίου που φέρουν κάθε φορά και δυσμενέστερες συνέπειες, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του κάθιδρου Υπουργού Οικονομίας και του ευρισκόμενου σε φανερή σύγχυση κυβερνητικού εκπροσώπου. Βεβαίως στις χώρες αυτές, θα μου πείτε, υπάρχουν δικτατορίες. Σύμφωνοι, όμως όλοι παραδέχονται πως το ασφυκτικό πολιτικό σύστημα των δύο ισχυρών και των πολλών ανίσχυρων/ανίκανων/παρωχημένων δεν προσφέρει εναλλακτικές διεξόδους και ελπίδες για κάτι διαφορετικό. Αν, επομένως, η οργή του κόσμου είναι ο ατμός και το σιδηρόφρακτο και προστατευμένο (μέχρι στιγμής) πολιτικό σύστημα είναι η χύτρα, τότε, αν δεν υπάρξει η εναλλακτική (βαλβίδα ασφαλείας), είναι φυσικό η χύτρα να εκραγεί.

Επί του παρόντος, δεν θεωρώ ιδιαίτερα πιθανό να μετατραπεί η πλατεία Συντάγματος σε πλατεία Ταχρίρ (όπως φαντασιώνεται ο όψιμος επαναστάτης Αλαβάνος, ο οποίος – για να μην ξεχνιόμαστε – προ ολίγων ετών από την ασφάλεια του γραφείου του στις Βρυξέλλες ως ευρωβουλευτής ζητούσε από τηνΕλλάδα να αναγνωρίσει τα παράνομα κολλέγια). Όμως οι μετασεισμικές δονήσεις της αραβικής επανάστασης έχουν γίνει αισθητές και εδώ και έχουν κατατρομάξει το κατεστημένο πολιτικό σύστημα. Δεν είναι τυχαίο πως ο Σταύρος Ψυχάρης, με κυνισμό οφειλόμενο σε πανικό, έγραφε προ δύο εβδομάδων σε editorial του Βήματος της Κυριακής πως «είτε σας αρέσει είτε όχι πρωθυπουργός στην Ελλάδα θα είναι ή ο Παπανδρέου, ή ο Σαμαράς», θυμίζοντας με τον απολυταρχικό του τόνο Μουμπάρακ. Δεν είναι τυχαία η αρθρογραφία πολλών επιφανών συνεργατών του γνωστού συγκροτήματος που τον τελευταίο καιρό λοιδωρούν βίαια όσους επιχειρούν να προειδοποιήσουν για αντίστοιχες στιγμές και σκηνές στην Αθήνα. Δεν είναι τυχαίο πως η αστυνομία στις πρόσφατες τεράστιες πορείες των εργαζόμενων, με τη συνέργεια των δήθεν αντιεξουσιαστών, δεν επιτρέπει να φτάσουν οι διαδηλωτές στο Σύνταγμα, γεγονός που έχει τη συμβολική του σημασία.

Αν κάτι πρέπει να διδάξει η αραβική εξέγερση την ντόπια πολιτική τάξη είναι πως άμεσα απαιτείται η αναζήτηση και η υποβολή στην κοινωνία μιας βιώσιμης, δίκαιης, σύγχρονης και εναλλακτικής στον καταστροφικό νεοφιλελευθερισμό πολιτικής πρότασης. Και αυτή θα έρθει μόνο όταν αυτοκαθαρθούν οι θεσμοί και οι μόνιμοι, εδώ και δεκαετίες, πρωταγωνιστές/δυνάστες της πολιτικής μας ζωής αντικατασταθούν, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, από υγιείς κοινωνικές δυναμεις, Αυτό που σίγουρα έχει διδάξει, όμως, η εξέγερση την ελληνική κοινωνία, είναι πως ακόμη και τα (φαινομενικά) πιο σκληρά και άνισα καθεστώτα, όταν είναι σάπια από διαφθορά, πέφτουν με λαϊκή πίεση σαν χάρτινοι πύργοι. Της δείχνει, ακόμη, πως ο βασιλιάς που την κυβερνά από το 1974 κι έπειτα, μπορεί να μην είναι γυμνός, είναι όμως πολύ ελαφρά ντυμένος. Και μερικές φορές ένα απλό φύσημα αρκεί για να τον ξεγυμνώσει.

Στην προχτεσινή ημερίδα-παρωδία των σχολαρχών της ιδιωτικής εκπαίδευσης, σε συνεργασία με τον ΙΟΒΕ, για την προοπτική της ιδιωτικής πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ο εκπρόσωπος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. βουλευτής Χρήστος Πρωτόπαπας δήλωσε ευθαρσώς πως πρέπει να καταργηθεί το άρθρο 16 του Συντάγματος για να διασφαλιστεί η ποιότητα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.

Για την κατάργηση του εν λόγω άρθρου έχουν ακουστεί στο παρελθόν απόψεις εκπροσώπων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. σε σχέση με την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, αν και κάτω από γενική κατακραυγή η συζήτηση αυτή σταμάτησε. Η δήλωση όμως του κ. Πρωτόπαπα αυτή δεν έγινε σε κοινό με ανθρώπους που κόπτονται για την ιδιωτικοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης, αλλά μπροστά σε ιδιοκτήτες ιδιωτικών δημοτικών, γυμνασίων και λυκείων. Ήταν, επομένως, σαφές νεύμα προς τους σχολάρχες πως η ενίσχυση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, την οποία μάλιστα ζητούν με κρατικούς πόρους, θα πραγματοποιηθεί μέσω της εξαθλίωσης της δημόσιας εκπαίδευσης. Η συνταγή έχει ήδη ετοιμαστεί και «ντυθεί» με την κατάλληλη επιχειρηματολογία. Η αύξηση της αναλογίας εκπαιδευτικού-μαθητών έχει βαπτισθεί «συγχώνευση σχολικών μονάδων». Η άρση χρηματοδότησης του κράτους από τα δημόσια σχολεία θα παρουσιαστεί ως «αυτονόμηση της σχολική μονάδας». Η αποχώρηση του επίσημου κράτους από την εποπτεία της εκπαίδευσης θα ονομαστεί «αποκέντρωση» και οι αθρόες απολύσεις εκπαιδευτικών που προετοιμάζονται θα παρουσιαστούν ευγενικά ως «μετατάξεις».

Ο κ. Πρωτόπαπας υπήρξε πρόεδρος της ΟΤΟΕ, της ΓΣΕΕ και αντιπρόεδρος της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων. Ένα μεγάλο κομμάτι της ενασχόλησης του με τα κοινά υποτίθεται ότι το είχε αφιερώσει, ως συνδικαλιστής, στην άρση όλων των ανισοτήτων που μαστίζουν την ελληνική κοινωνία, μεταξύ αυτών και τωνεκπαιδευτικών. Φαίνεται όμως πως η τρυφηλή ζωή που απολαμβάνουν οι υψηλά ιστάμενοι ταγοί του πολιτικού συστήματος τον έχει οδηγήσει στην αντίπερα όχθη. Να υπερασπίζεται, δηλαδή, τα ακραία επιχειρηματικά συμφέροντα μιας επαγγελματικής τάξης που έχει ως μόνο στόχο τον άκρατο πλουτισμό μέσω της ισοπέδωσης των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών, της φοροκλοπής και της εισφοροδιαφυγής και, εσχάτως (άκουσον άκουσον) της κρατικής χρηματοδότησης μέσω κουπονιών. Η πρόταση του κ. Πρωτόπαπα για κατάργηση του άρθρου 16, που παραμένει ο εγγυητής του κοινωνικού αγαθού της παιδείας στον τόπο, ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου για την εισβολή των ασύδοτων δυνάμεων της αγοράς στο «φιλέτο» της δημόσιας εκπαίδευσης. Ταυτόχρονα, με την πλήρη απαξίωση του δημόσιου σχολείου (που θα στείλει σωρηδόν πελάτες στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια), καλλιεργεί συνθήκες ακραίας εκπαιδευτικής ανισότητας και καταδικάζει τα παιδιά των εργατικών οικογενειών σε ένα προδιαγεγραμμένο μέλλον ανεργίας και φτώχειας. Καταδικάζει, επίσης, τους εκπαιδευτικούς λειτουργούς σε πλήρη απορρύθμιση των εργασιακών τους σχέσεων και σε μισθούς πείνας.

Κ. Πρωτόπαπα, πρώην συνδικαλιστή και «προστάτη» των συμφερόντων της εργατικής τάξης, λίγη αιδώς!!

Τα μέλη και οι φίλοι του ΠΑ.ΣΟ.Κ. λαμβάνουν σχεδόν καθημερινά από τον τομέα επικοινωνίας του κινήματος ένα mail με τίτλο «Βασικός Σχολιασμός». Πρόκειται για μια μορφή ηλεκτρονικής καθοδήγησης, που σε άλλους καιρούς θα γινόταν στις τοπικές οργανώσεις, οι οποίες όμως πλέον χρησιμοποιούνται κυρίως ως ορμητήρια του «πράσινου» εκλογικού μηχανισμού και λιγότερο ως μήτρες παραγωγής πολιτικής. Είναι φυσικό σε κάθε μορφή προώθησης-προπαγάνδας κομματικού λόγου να υπάρχουν υπερβολές, ωστόσο στο mail με ημερομηνία 17/12 και με υπότιτλο «Η μέρα εκείνη δεν θ’ αργήσει» υπάρχουν στοιχεία που η προπαγάνδα εγκαταλείπει κάθε ίχνος ρεαλισμού και βουτάει σε μια δική της εικονική πραγματικότητα. Κατά το mail η μέρα που δεν θα αργήσει είναι το έτος 2013, όπου πλέονη Ελλάδα θα είναι μια πρότυπη χώρα, με εξαιρετικές δομές, εκσυγχρονισμένο κράτος, θαυμάσια σχολεία και υγιείς θεσμούς. Επειδή είμαι καλόπιστος, ας δεχτώ πως μέσα από τα συντρίμια ξαφνικά θα φυτρώσει το el dorado. Αυτό που δύσκολα μπορεί να δεχτεί κανείς είναι η διαστρέβλωση αυτού που όλοι γνωρίζουμε. Αντιγράφω από το mail:

(H μέρα εκείνη δεν θ’ αργήσει)…»Με έναν ιδιωτικό τομέα που δίνει πραγματικές ευκαιρίες και προσελκύει το ενδιαφέρον της νεολαίας»

Είναι σαφές σε όλους, πλέον, πως μέχρι το 2013 θα έχουμε αρκετές (και πολύ επώδυνες) επικαιροποιήσεις του μνημονίου. Επειδή δεν τρέφω αυταπάτες πως θα υπάρξει οποιοδήποτε ίχνος δικαιοσύνης στην κατανομή των βαρών της κρίσης (για παράδειγμα, μετά από το πετσόκομμα των μισθών και την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων ακολούθησε η ανακοίνωση πως μειώνονται κατά 25% οι ασφαλιστικές εισφορές (!!) των εργοδοτών) πιστεύω πως οι απολαβές και οι εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων, ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα, θα επιδεινώνονται με κάθε επικαιροποίηση. Επομένως, μέχρι το 2013 είναι αρκετά πιθανόν να έχουμε βασικό μισθό ίσως και κάτω από τα 400 ευρώ (αν ισχύουν οι προβλέψεις Αμερικάνων οικονομολόγων για εξίσωση των μισθών στις βαλκανικές χώρες), χωρίς ωράριο, επέκταση των όρων ελαστικής απασχόλησης, απάλειψη και των ελάχιστων εργασιακών δικαιωμάτων που έχουν απομείνει και, κυρίως, αφαίρεση των προστατευτικών πλεγμάτων που προσφέρουν οι συλλογικές συμβάσεις. Άρα ο νέος άνθρωπος που θα μπει στον ιδιωτικό τομέα-ζούγκλα το 2013 θα αμοίβεται για 10-12 ώρες δουλειάς με 350 ευρώ, θα νοικιάζεται για τρία χρόνια και θα απολύεται για πλάκα, χωρίς ίχνος αποζημίωσης. Ξαναδιαβάστε τώρα την πρόταση από το mail του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και βγάλτε τα συμπεράσματά σας.

Δεν είναι όμως μόνο ο μηχανισμός του κυβερνώντος κόμματος που ασκεί προπαγάνδα παραποίησης της πραγματικότητας. Το μεγάλο χέρι βοηθείας το λαμβάνει η κυβέρνηση από τα media. Τρέμη, Τσίμας, Καψής και λοιποί τηλεαστέρες καθυβρίζουν καθημερινά εργαζόμενους, συνδικαλιστές και γενικά οποιονδήποτε διαφωνεί με τις πολιτικές που επιβάλλουν οι δανειστές μας. Ακόμη και η Λούκα Κατσέλη, η οποία έκανε μια σχετική προσπάθεια να απαλυνθούν κάπως οι σκληροί όροι της τρόικας για τα εργασιακά, έγινε στόχος ύβρεων, χλευασμού και έμμεσων απειλών από τους μικρούς τηλεοπτικούς αδόλφους, οι οποίοι είτε είναι οι απόστολοι του νεοφιλελευθερισμού στη χώρα, είτε βρίσκονται στο payroll του IMF (θεωρώ το δεύτερο ως μεγαλύτερη πιθανότητα).

Ενώ η πολιτική τάξη της χώρας είναι, μαζί με την παρασιτική, δήθεν επιχειρηματική τάξη, οι βασικοί υπεύθυνοι για την πρόοσκρουση της χώρας στην ξέρα του μνημονίου, οι τελάληδες των τηλεοπτικών παραθύρων ενοχοποιούν μόνο τους συνδικαλιστές (απομονώνοντας τις ομολογουμένως προκλητικές μορφές κρατικοδίαιτου συνδικαλισμού), βγάζουν χολή ενάντια σε κάθε μορφή κινητοποίησης, στρέφουν έντεχνα τη μια κοινωνική ομάδα έναντι της άλλης και παρουσιάζουν τα μέτρα, πριν ληφθούν, ως πολύ χειρότερα από αυτά που τελικά λαμβάνονται, ώστε να εμφανίζονται οι υπουργοί ως «ήρωες» και «ευεργέτες» του λαού. Βουλευτές, υπουργοί και κρατικοί λειτουργοί παρελαύνουν από τα δελτία ειδήσεων με μια ρητορική καταγγελτική για την κατάσταση, ωσάν να μην είχαν κυβερνήσει ποτέ, ωσάν να ανακάλυψαν τώρα τις στρεβλώσεις, τις δυσλειτουργίες και τη διαφθορά.

Σε τέτοιους καιρούς που η κοινοβουλευτική δημοκρατία της χώρας μετατρέπεται σε ένα (επιτρέψτε μου το νεολογισμό) νεοφιλελεύθερο Σοβιέτ, όπου οι απόστολοι της ασύδοτης αγοράς (Στρος-Καν, Όλι Ρεν) εξαπολύουν τις εντολές τους ντροπιάζοντας τη Βουλή, όπου διαφωνούντες βουλευτές διαγράφονται με τον κατεπείγοντα τρόπο που άθλια νομοθετήματα ψηφίζονται χωρίς διαβούλευση, όπου οι δυο βασικοί πυλώνες του πολιτικού συστήματος κάνουν κόντρα
για την πιο αντεργατική ρητορεία και όπου η προπαγάνδα από κόμματα και media να επιχειρεί να μας πείσει για την αναγκαιότητα των ασκούμενων πολιτικών, ένας τρόπος αντίστασης υπάρχει. Η γνώση, η πληροφόρηση και η δράση είναι τα μόνα όπλα του πολίτη για να εξορκίσει τα ζόμπι της πολιτικής ζωής και της δημοσιογραφίας που καθημερινά τον οδηγούν στην εξαθλίωση και τον εμπαίζουν χωρίς έλεος.

«…γιατί όλοι τους τελούν υπό την ψευδαίσθηση ότι  ψήφισαν ένα αριστερό κόμμα, ενώ, στην πραγματικότητα, ψήφισαν ακόμη πέντε χρόνια Θατσερισμού-δέκα, μάλλον, για να μην πω δεκαπέντε…»

«…η αγορά ρουφάει τους ανθρώπους, τους πνίγει και μετά τους ξεβράζει νεκρούς στην ακτή…»

Jonathan Coe-The Closed Circle (2004)

Aκόμη δεν είμαι βέβαιος για το πώς αισθάνθηκα την 3η του Μάρτη, όχι μόνο ως πολίτης, αλλά και ως οργανωμένο μέλος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Βουβαμάρα, θλίψη, ακόμη και έντονη σαστιμάρα ήταν κάποιες αντιδράσεις, κι ας ξέραμε όλοι τα μέτρα. Για ένα πράγμα είμαι απόλυτα σίγουρος. Τη μέρα αυτή, που είναι σίγουρο πως θα μείνει αξέχαστη – για πολλά χρόνια – στους Έλληνες, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχασε την ψυχή του…

…μια ψυχή που πρωτοασθένησε στη δεκαετία του ’80, όταν το ριζοσπαστικό Κίνημα μετετράπη σε κόμμα εξουσίας (κάτι αναμφίβολα θαυμάσιο, ιδιαίτερα μετά από δεκαετίες σκοτεινής δεξιάς διακυβέρνησης), αλλά ταυτόχρονα και σε κόμμα του κράτους με στρατιές διεφθαρμένων να το διαφεντεύουν. Η εκσυγχρονιστική στροφή της δεκαετίας του ’90 είχε αναμφίβολα θετικά αποτελέσματα για τη χώρα, αλλά εντασσόμενη στη δεξιά στροφή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, αποϊδεολογικοποίησε ραγδαία το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και το διέπλεξε μοιραία με τα εγχώρια κερδοσκοπικά συμφέροντα. Η δεξιά αυτή στροφή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. συνεχίστηκε στην πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας και εκφράστηκε με συγκεκριμένους τρόπους στη συνολική παρουσία του Κινήματος στην πολιτική ζωή του τόπου, κοινοβουλευτικά, αυτοδιοικητικά και στην οργανωμένη κομματική του μορφή.

Μέσα στο οργανωμένο ΠΑ.ΣΟ.Κ. η δυνατότητα πολιτικής ανέλιξης είναι σχεδόν μηδενική εάν δεν ανήκεις σε κάποια πολιτική οικογένεια, ή εάν δεν υποταχθείς στις παλιές κι ακόμη κραταιές φατρίες του Κινήματος. Από την άλλη, στα ηγετικά κλιμάκια άρχισε να αναπτύσσεται μια (εύλογη κάποιες φορές) απέχθεια για τον  homo pasokus. Ωστόσο τα κριτήρια επιλογής των εκλεκτών της άρχουσας κάστας δεν ήταν περισσότερο αξιοκρατικά. Αυτά τα κριτήρια επιλογής δεν επιτρέπουν ουσιαστικά σε προερχόμενους από την εργατική τάξη τη δυνατότητα της πολιτικής ανάδειξης. O γιος εργατών Schroeder ή ο νυν πρωθυπουργός της Βρετανίας Brown, η μητέρα του οποίου δούλευε σε ξυλουργείο, δε θα είχαν καμμιά πιθανότητα ανέλιξης στο σύγχρονο ΠΑ.ΣΟ.Κ. Λαμπρά βιογραφικά, σπουδές (απαραιτήτως) στην Αμερική-αποκτημένες με μπόλικο χρήμα, καταβολή από τη φιλελεύθερη (αλλά πάντα μεγαλοαστική) τάξη είναι το διαβατήριο για το ελιτίστικο, ηγετικό ΠΑ.ΣΟ.Κ., που διαθέτει ακαδημαϊκή ποιότητα μεν, αμφίβολη πολιτική ταυτότητα και ανύπαρκτη επαφή με τις παραδοσιακές ομάδες των «μη προνομιούχων» δε.

Αυτό το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δύο ταχυτήτων (το ελιτίστικο ηγετικό ΠΑ.ΣΟ.Κ. από τη μια και το παρωχημένο, λαϊκίστικο,  οργανωμένο ΠΑ.ΣΟ.Κ.  από την άλλη) είναι ένα κόμμα με βαθύ, αλλά ακόμη ανέκφραστο εσωτερικό διχασμό. Η ανακοίνωση των μέτρων και οι πρώτες αντιδράσεις άρχισαν να αποκαλύπτουν τις πρώτες ρωγμές. Με ισχνές πολιτικές και ιδεολογικές αντιστάσεις η κυβερνητική ομάδα δεν μπόρεσε να αντισταθεί στις κερδοσκοπικές πιέσεις εντός κι εκτός των τειχών και ανακοίνωσε σκληρότατα μέτρα που ήταν αναγκαία μεν, διακρίνονταν όμως για την απόλυτη ταξική τους μονομέρεια. Και πώς θα μορούσε να γίνει διαφορετικά άλλωστε, τη στιγμή που η ταξική προέλευση των μεγαλοστελεχών του Κινήματος (κυρίως της «νέας φουρνιάς») είναι συγκεκριμένη…

Το οργανωμένο ΠΑ.ΣΟ.Κ. δυσφορεί. Σε μεγάλο βαθμό η δυσαρέσκεια έγκειται στη μη αξιοποίηση όλων των στελεχών του στον κρατικό μηχανισμό, ή  στη δυσκολία εκπλήρωσης των ρουσφετιών που ζητούν και γι΄αυτό η γνησιότητα της δυσφορίας ελέγχεται. Υπάρχει όμως ένας κόσμος, πέρα από το οργανωμένο κόμμα, που ψήφισε ΠΑ.ΣΟ.Κ. για  πραγματική αλλαγή, για την πράσινη ανάπτυξη, για την ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού εκμοντερνισμού, για σύγχρονη εκπαίδευση, για μεταρρυθμίσεις σε μια προοδευτική κατεύθυνση και βλέπει τώρα στην ελίτ του ΠΑ.ΣΟ.Κ. μια τεράστια ομοιότητα με τη δεξιά ελίτ.  Διαισθάνεται, δε, ότι κάπου η τράπουλα στο πολιτικό παιχνίδι είναι σημαδεμένη με αιώνιους παίχτες 3-4 πολιτικές οικογένειες και τους συνήθεις λομπίστες συμφερόντων.

Το αν το ΠΑ.ΣΟ.Κ., όπως το γνωρίζαμε, τελείωσε οριστικά, θα το μάθουμε πολύ σύντομα. Υπάρχει όμως ακόμα ελπίδα (μια ελπίδα που εκφράζεται με την επιχειρούμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, τον Καλλικράτη και την αλλαγή του εκλογικού νόμου). Τώρα είναι απόλυτη ανάγκη  να εγκαταλείψει το μεγαλοαστικό ναρκισσισμό του και να διασυνδεθεί με τους νέους, τα υγιή συνδικάτα και τα κινήματα (κι όχι με στημένες ΜΚΟ εκατομμυρίων ευρώ και εκκολαπτόμενων πολιτικών στελεχών), να ανασυγκροτήσει με γενναίες αποφάσεις το εσωτερικό του,να ασκήσει ρεαλιστική, αλλά δίκαιη πολιτική, να κατέβει στο δρόμο δίπλα στον πολίτη που υποφέρει, να αποδείξει ότι δεν περικόπτει από τους πολλούς για να χαρίσει στους λίγους (όπως έκανε στην περίπτωση των διδάκτρων των ιδιωτικών σχολείων). Οι ελπίδες δεν είναι μεγάλες, αλλά υπάρχουν, αρκεί να υπάρχει ακόμη πολιτικό θάρρος και ταξική/ιδεολογική συνείδηση. Εάν το σύνολο των πολιτών πειστούν πως το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν αποτελεί παρά μια light εκδοχή της αστικής δεξιάς (και είναι πολύ κοντά στο να το πιστέψουν), οι συνέπειες για το πολιτικό σύστημα και για τη χώρα θα είναι ανυπολόγιστες. Το ίδιο (για να θυμηθούμε μια ατάκα του ιδρυτή του) θα καταλήξει οριστικά στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας.



Εάν τα αμνοερίφια είχαν τη…δυνατότητα του συνδικαλίζεσθαι, είναι βέβαιο πως θα διαμαρτύρονταν μετ’ επιτάσεως για το ότι μονίμως αυτά σφαγιάζονται για να καλυφθούν οι ορέξεις των  εν Χριστώ πανηγυριζόντων αδελφών μας την Κυριακή του Πάσχα. Ανάλογα συναισθήματα – του μόνιμου…οβελία – πιθανότατα διακατέχουν τη μεγάλη πλειοψηφία δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων εν αναμονή του δεύτερου πακέτου σκληρών μέτρων που θα αναγγείλει αυτή την εβδομάδα η κυβέρνηση.

Η διαφορά, βέβαια, είναι πως οι μισθωτοί έχουν το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι. Την περασμένη εβδομάδα έγινε μεγάλη απεργία και συγκεντρώσεις στο κέντρο της Αθήνας, οι οποίες, ωστόσο, ήταν  μικρότερες του αναμενομένου, αν αναλογιστεί κανείς  την πρωτοφανή φύση των μέτρων. Για να κάνουμε συγκρίσεις με ένα όχι πολύ μακρινό παρελθόν (προ εικοσαετίας περίπου), να θυμηθούμε πως το περίφημο 0+0=14 της εισοδηματικής πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη του 1990-91 (αναλογικά ελαφρύτερο από τη φετινή αναμενόμενη λαίλαπα) αντιμετώπισε γιγαντιαίες κινητοποιήσεις με τη συμμετοχή εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων και απεργίες που παρέλυσαν τη χώρα. Οι μεγάλες κινητοποιήσεις συνδικάτων και φοιτητών (με αφορμή το νόμο Κοντογιαννόπουλου) έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη μη μακροημέρευση της τότε κυβέρνησης της ΝΔ. Σήμερα, αντιθέτως, αν και υπάρχουν αντιδράσεις και γκρίνια, η κυβέρνηση απολαμβάνει τη σιωπηρή ανοχή των πολιτών. Η κοινωνία, μουδιασμένη από τα εφιαλτικά σενάρια με τα οποία έντεχνα βομβαρδίζεται από τα media, αισθάνεται ότι ζει σε ένα προ-Αποκάλυψης σκηνικό και προσπαθεί να σώσει ό, τι μπορεί να σωθεί. Δε θα μου έκανε εντύπωση, εάν τελικά πιάσουμε τον πολυπόθητο «στόχο» της μείωσης του ελείμματος κατά 4%, να έχουμε και πανηγυρισμούς στην Ομόνοια, ωσάν να κερδίσαμε το Μουντιάλ.

Ουδείς, με λίγο μυαλό, αρνείται πως η οικονομία μας είναι σε μαύρο χάλι. Ουδείς αντιλέγει πως το δημόσιο είναι βαρύ, υπερτροφικό, αντιπαραγωγικό. Αν και οι ευθύνες των (όποιων) κυβερνώντων είναι σαφείς και τεράστιες, είναι  μεγάλες και οι ευθύνες των πολιτών που δεν έλεγχαν σωστά με την ψήφο τους, που εκλιπαρούσαν για αναξιοκρατία όταν στοιβάζονταν στα πολιτικά γραφεία για διορισμούς, που απολάμβαναν με μακιαβελικό χαμόγελο τις διώξεις συναδέλφων τους οι οποίες γίνονταν με κομματικά κριτήρια, που έκλεβαν με όποιον τρόπο μπορούσαν το κράτος, που καταστρέφουν καθημερινά το περιβάλλον, που…που…που…Μεγάλες είναι και οι ευθύνες των συνδικάτων, ιδιαίτερα του δημόσιου τομέα, που επιλέγουν την εύκολη και πλαστική ρητορία έναντι της επιστημονικής τεκμηρίωσης της άποψής τους, που προτάσσουν το στενό συντεχνιακό συμφέρον έναντι του δημόσιου συμφέροντος, που αρνούνται κάθε μορφή αξιολόγησης της εργασίας των εργαζομένων που εκπροσωπούν, που έχουν κάνει επίσημη πολιτική  το βόλεμα κι όχι την ορθολογική εκπροσώπηση του εργατικού κινήματος.

Ωστόσο, είτε το θέλουμε είτε όχι, την κύρια ευθύνη έχει ο κυβερνών. Αυτός επιλέγει την ακολουθούμενη πολιτική, αυτός οφείλει να καθοδηγεί την κοινωνία, αυτός οφείλει να χτίσει ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα βοηθήσει στην εξάλειψη του διάχυτου λαϊκισμού, αυτός πρέπει να καθορίσει την αναπτυξιακή ρότα της χώρας. Σήμερα, λοιπόν, βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Μαθαίνουμε πως, όχι μόνο πρέπει να υποστούμε σημαντικό πλήγμα στην αγοραστική μας δυνατότητα, αλλά ότι ο κόσμος που παραλάβαμε – με τις κατακτήσεις και τα κεκτημένα προηγούμενων γενεών – καταρρέει. «Οι πράξεις και οι παραλείψεις των προηγούμενων ετών οδηγούν σήμερα εκ των πραγμάτων σε βίαιες αλλαγές και αναγκαστικές περικοπές κεκτημένων»τόνισε τις προάλλες ο πρωθυπουργός στη Βουλή.  Έχουμε όμως, τουλάχιστον οι περισσότεροι από εμάς, αφεθεί με αναγκαστική εμπιστοσύνη στα χέρια αυτών που σχεδιάζουν την οικονομική πολιτική, διότι σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου «ο απλός πολίτης δέχεται να κάνει θυσίες, αρκεί να είναι σίγουρος ότι οι θυσίες αυτές πρώτον θα είναι δίκαιες και δεύτερον θα πιάσουν τόπο».

Για το αν θα πιάσουν τόπο, αυτό θα το ξέρουμε μέσα στην επόμενη κρίσιμη διετία.  Για το αν είναι δίκαιες, σε αυτό ας μου επιτραπεί να παρατηρήσω πως κάποια δείγματα είναι ανησυχητικά. Και δε μιλώ μόνο για τον ισοπεδωτικό ακρωτηριασμό των επιδομάτων σε όλους τους μισθωτούς, χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν ούτε η αρχαιότητα ούτε το ύψος των μισθολογικών απολαβών, αλλά για κάποιες αποφάσεις που αφορούν αντικρουόμενες κοινωνικές ομάδες και από τις οποίες μπορεί κανείς να βγάλει  συμπεράσματα για την πολιτική κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής και την επιχειρούμενη εύνοια  υπέρ των ισχυρών. Ένα σοβαρότατο παράδειγμα της πολιτικής αυτής είναι το ζήτημα των διδάκτρων σε ιδιωτικά σχολεία και φροντιστήρια. Το ύψος των διδάκτρων είναι καυτό θέμα σχεδόν για κάθε ελληνική οικογένεια. Κι αν κάποιος θεωρεί πως τα ιδιωτικά σχολεία είναι μόνο υπόθεση των λίγων και εκλεκτών, καλό θα ήταν να αναθεωρήσει. Τα μικρά και συνοικιακά ιδιωτικά σχολεία ως επί το πλείστον φιλοξενούν παιδιά της μέσης οικογένειας που από το υστέρημά της πασχίζει να προσφέρει κάτι καλύτερο για τα παιδιά της. Όσο για τα φροντιστήρια (μέσης εκπαίδευσης και ξένων γλωσσών) σε αυτά φοιτούν εκατοντάδες χιλιάδες μαθητές. Επομένως, το θέμα των διδάκτρων στην ιδιωτική εκπαίδευση συνολικά αφορά σχεδόν όλους και επηρεάζει τον οικονομικό προϋπολογισμό της πλειοψηφίας των συμπολιτών μας.

Το κράτος, στα πλαίσια της εισοδηματικής πολιτικής, περικόπτει τις αποδοχές, επομένως οι μισθοί των γονέων παιδιών που φοιτούν σε ιδιωτικά σχολεία και φροντιστήρια παίρνουν την κατιούσα. Το ίδιο ισχύει και για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς, οι οποίοι πέρσι δεν πήραν ούτε ένα ευρώ αύξηση και φέτος αντιμετωπίζουν μεγάλη μείωση στις αποδοχές τους. Από τη μια μεριά, λοιπόν, έχεις τους «πελάτες» και τους εργαζόμενους να υφίστανται τη μείωση. Πάμε τώρα και στους ιδιοκτήτες. Εάν πράγματι οι θυσίες, κατά τον κ. Παπακωνσταντίνου, είναι δίκαιες, θα έπρεπε – κατά την υπόδειξη και της ΟΙΕΛΕ, του συνδικάτου των ιδιωτικών εκπαιδευτικών – να δεχτούν, αν όχι μείωση, τουλάχιστον το «πάγωμα» των διδάκτρων. (Να ενημερώσω εδώ για όσους δεν γνωρίζουν πως την τελευταία πενταετία τα δίδακτρα των ιδιωτικών σχολείων έχουν εκτιναχθει σε ποσοστά που σε πολλές περιπτώσεις υπερβαίνουν το 60%). Έτσι δεν είναι, αγαπητέ αναγνώστη/στρια; Ε, λοιπόν, δεν είναι έτσι! Οι ιδιοκτήτες ιδιωτικών σχολείων και φροντιστηρίων ή δεν είναι Έλληνες υπήκοοι (που υποχρεούνται σε «δίκαιη θυσία»), ή είναι πολίτες VIP, καθώς μέσα στο καθεστώς μειώσεων και περικοπών αυτοί πήραν ένα υπέροχο κυβερνητικό δώρο. 2% αύξηση διδάκτρων (που ανάθεμά με κι αν τηρηθεί) στα ιδιωτικά σχολεία και για τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών και μέσης εκπαίδευσης που αφορούν ακόμα περισσότερους πολίτες-ακούστε καλά!!-ελεύθερες αυξήσεις!! (Κάτι ήξεραν οι σχολάρχες που βράβευαν τον Πρόεδρο της Βουλής προ μηνός…)

Να με συμπαθάτε για το ξέσπασμα αυτό φίλοι και φίλες, ίσως να φταίει η καταραμένη πυρετική ίωση που με βασανίζει εδώ και ημέρες, αλλά εγώ προσωπικά δε βλέπω καμμιά δικαιοσύνη, καμμιά αίσθηση ισονομίας, καμμιά κοινωνική ευαισθησία στην κυβερνητική πολιτική. Αντιθέτως, βλέπω πως κάποιοι είναι πιο «ίσιοι» απέναντι στους νόμους, κάποιοι απολαμβάνουν μια πρωτοφανή ασυλία, κάποιοι, την ώρα της καταιγίδας των μέτρων, κρατούν ομπρέλα. Σε καιρό κρίσης και πρωτοφανούς αφαίρεσης κεκτημένων από μια κοινωνία, όσο κι αν αυτή έχει μερίδιο ευθύνης, υπάρχει ανάγκη για ομοψυχία, αλληλεγγύη, κατανόηση, δικαιοσύνη. Οι πολίτες ακόμη δεν έχουν συνειδητοποιήσει την οικονομική θυσία στην οποία θα υποβληθούν – ακόμη δεν έχουμε πληρωθεί – όταν όμως έρθει η ώρα για τη λυπητερή όλοι θα κοιτάξουν γύρω τους να δουν ποιοί και αν πληρώνουν. Και όταν (γιατί αποκλείεται να μην το πάρουν χαμπάρι, όσο κι αν βομβαρδίζονται από τους μισθοφόρους δημοσιογράφους) αντιληφθούν πως ανάμεσά τους ορισμένοι ευημερούν την ώρα που εκείνοι ματώνουν, τότε η ανοχή θα γίνει οργή και οι συνήθεις αμνοί θα μετατραπούν σε λέοντες.

Στις ώρες αυτές χρέος της Κεντροαριστεράς είναι η έξοδος από την κρίση που μπορεί να επιτευχθεί με σκληρά μέτρα μεν, αλλά με δικαιοσύνη και προσπάθεια για διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Οι ενδείξεις από τις πρώτες κινήσεις δε δείχνουν κάτι τέτοιο. Ας μην πλανώνται οι κρατούντες. Η υπεροχή στις δημοσκοπήσεις υπάρχει γιατί όλοι αναγνωρίζουν ότι κάτι πρέπει να γίνει. Όταν καταλάβουν όμως ότι αυτό που γίνεται είναι η θυσία των αδύναμων στο τραπέζι των ισχυρών, τότε φοβάμαι πως εδώ θα γίνει της…Βαϊμάρης…

Με αφορμή την επικείμενη ψήφιση του νόμου για την ελληνική ιθαγένεια, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου διοργανώνει δημόσια εκδήλωση με θέμα:

Προς ένα νέο καθεστώς ελληνικής ιθαγένειας

Ομιλητές:

●  ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος

ο κ. Γιάννης Παναγόπουλος, Πρόεδρος Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος

● ο κ. Χάρης Κυριαζής, Αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών

 ● ο κ. Αχμέτ Μοαβία, συντονιστής του Φόρουμ Μεταναστών

ο κ. Δημήτρης Παξινός, Πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών

ο κ. Δημήτρης Μπράτης, Πρόεδρος Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας

  

  

   

ο κ. Κωστής Παπαϊωάννου, Πρόεδρος Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

ο κ. Δημήτρης Χριστόπουλος, επίκουρος καθηγητής Παντείου,  πρόεδρος της δ.σ. της Ένωσης
 

Θα διαβαστεί μήνυμα της κ. Κωνσταντίνα Κούνεβα.

Συντονίζει ο κ. Νίκος Αλιβιζάτος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος του δ.σ. της Ένωσης.

Η εκδήλωση θα γίνει την Δευτέρα  8 Φεβρουαρίου 2010 στην αίθουσα της Παλιάς Βουλής, Σταδίου 13, Πλατεία Κολοκοτρώνη στις 19.00 το βράδυ

Πριν από μερικές ημέρες το ΙΟΒΕ ζήτησε από τον πρωθυπουργό να επισπεύσει τη λήψη μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, διότι «αν δεν αντιστραφούν οι δυσμενείς εξελίξεις, στις οποίες ελλοχεύουν κίνδυνοι αποσταθεροποίησης όχι μόνο του οικονομικού/ χρηματοπιστωτικού, αλλά και του πολιτικού / κοινωνικού συστήματος, η οικονομική κρίση κινδυνεύει να μετατραπεί σε κοινωνική κρίση και κρίση αξιών».  Αναμφίβολα βρισκόμαστε μπροστά στη μεγαλύτερη οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών, μια κρίση που οφείλεται τόσο στην παρασιτική φύση της οικονομίας μας, όσο και στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούν οι αγορές.

Πριν από 1,5 χρόνο περίπου μια μικρή χώρα 300.000 κατοίκων έζησε τη βαθύτερη κρίση που έχει βιώσει σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα σε περίοδο ειρήνης. Η Ισλανδία, πατρίδα των θερμοπιδάκων, των «στεγνών» ψαρικών και (για τους λάτρεις της καλής μουσικής) της Bjork και των Sigur Ros, ουσιαστικά χρεωκόπησε, καθώς κατέρρευσαν και οι τρεις μεγάλες τράπεζές της και αναγκάστηκε να καταφύγει για βοήθεια στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στις γειτονικές σκανδιναβικές χώρες. Αν και έχουν γραφεί από επιφανείς οικονομολόγους πολλές εκτιμήσεις για το τι έφερε την καταστροφή, η πλειοψηφία των ειδικών θεωρεί πως η Ισλανδία έπεσε θύμα της φούσκας των ανεξέλεγκτων τραπεζικών κεφαλαίων, πάνω στα οποία βάσιζε την οικονομία της. Το «οικονομικό θαύμα» της Ισλανδίας (όπως και αυτό της Ιρλανδίας) θεμελιώθηκαν πάνω στο πιο ακραίο μίγμα νεοφιλελεύθερων πολιτικών που εφαρμόστηκαν στην Ευρώπη. Ο Καναδός οικονομολόγος Toby Sanger έγραψε χαρακτηριστικά πως «η Ισλανδία ακολούθησε τις συνταγές της δεξιάς ιδεολογίας και η οικονομία της πλήρωσε τις σοβαρότατες συνέπειες».  Κάποιες από τις συνέπειες αυτές, όχι μόνο στην οικονομία, αλλά και στην κοινωνία, ήταν η εκτόξευση του πληθωρισμού στο 15%, η δραματική υποτίμηση του ισλανδικού νομίσματος (έχασε πάνω από το 50% της αξίας του μέσα σε λίγους μήνες), η αύξηση της ανεργίας, οι σημαντικές «πραγματικές» περικοπές (της τάξης του 10%) σε μισθούς και συντάξεις, το ψαλίδισμα σε τομείς κοινωνικής πρόνοιας, η ραγδαία αύξηση  των διαζυγίων, η εκτίναξη του αριθμού των αστέγων και η καταγεγραμμένη επιθυμία του 1/3 του πληθυσμού για μετανάστευση.

Γιατί συνέβησαν όλα αυτά; Ο Sanger γράφει πως η Ισλανδία, αν και είχε παράδοση κοινωνικών αξιών επηρεασμένων από την κλασική σκανδιναβική σοσιαλδημοκρατία, έκανε μια ξαφνική δεξιά στροφή μετά την επιδραστική επίσκεψη στη χώρα του θεωρητικού του νεοφιλελευθερισμού Milton Friedman το 1984. Πολλοί νέοι πολιτικοί ακτιβιστές απομακρύνθηκαν από την Κεντροαριστερά και οδηγήθηκαν στο νεοφιλελεύθερο «Independent Party», το οποίο κατέκτησε την εξουσία το 1991. Οι πολιτικές που ακολούθησαν οι Ισλανδοί νεοφιλελεύθεροι ήταν αντίγραφα του αγγλοσαξονικού μοντέλου Θάτσερ/Ρήγκαν και η οικονομική ανάπτυξη που ακολούθησε ήταν εντυπωσιακή (όπως και αυτή της Ιρλανδίας που κινήθηκε στο ίδιο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής).

Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 δεν άφησε αλώβητη καμμιά οικονομία. Κυρίως όμως χτύπησε τις χώρες αυτές που ασπάστηκαν με πάθος το νεοφιλελεύθερο δόγμα (Ισλανδία, Ιρλανδία, Λετονία) και τις ανάγκασε να πάρουν σκληρότατα μέτρα για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της κρίσης (στη Λετονία οι μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις κυμαίνεται από 40-70%!!!).

Η Ελλάδα είναι μια  διαφορετική περίπτωση. Όντας μια οικονομία κατά βάση παρασιτική, με μοχλό ένα βαρύ, διεφθαρμένο κράτος και μια ανθούσα παραοικονομία, το κύριό της πρόβλημα δεν είναι μόνο η υποταγή στους νόμους της αγοράς, αλλά, κυρίως, η ανομία, η ανισότητα και η έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης (εκτεταμένη φοροδιαφυγή από τα πλούσια κοινωνικά στρώματα, πελατειακές σχέσεις στο δημόσιο κι έλλειψη αξιοκρατίας, διαφθορά σε κάθε τομέα της οικονομικής ζωής). Η παρούσα κρίση, που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανύπαρκτη οικονομική πολιτική των κυβερνήσεων Καραμανλή, οφείλει να αντιμετωπιστεί τάχιστα από την καινούρια  ελληνική κυβέρνηση, η οποία δείχνει στην κρίσιμη αυτή στιγμή σημάδια αναποφασιστικότητας, κυρίως λόγω των εσωκομματικών αντιδράσεων και της σκληρής αντίστασης από τα κόμματα της Αριστεράς.

Το ζήτημα. ωστόσο, είναι πως οι προτεινόμενες λύσεις για το ξεπέρασμα της κρίσης έχουν άρωμα νεοφιλελεύθερο.  Μείωση μισθών και συντάξεων, μείωση δαπανών για το κοινωνικό κράτος, αντεργατικές ασφαλιστικές ρυθμίσεις, επέκταση των ελαστικών όρων εργασίας. Πουθενά δε γίνεται λόγος για το τι θα πρέπει να πληρώσουν οι τράπεζες και το μεταπρατικό κεφάλαιο. Δεν δίδεται καμμιά εγγύηση για το χτύπημα κατά της φοροδιαφυγής και, για μια ακόμη φορά, το «λογαριασμό» καλούνται να πληρώσουν μόνο όσοι έχουν διαφανείς οικονομικούς πόρους, δηλ. οι μισθωτοί, οι οποίοι και κακοπληρωμένοι-σε γενικές γραμμές-είναι και ελάχιστα φταίνε για την κρίση.  Η μεσαία τάξη οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια σε μαρασμό και αγοραστική ανεπάρκεια. Δεν δείχνουμε να διδασκόμαστε τίποτα από το «ισλανδικό μάθημα» και πέφτουμε ολοταχώς μέσα στη νεοφιλελεύθερη παγίδα που μας έχουν στήσει η Κομισιόν, οι κερδοσκόποι και οι εκφοβιστές των media που παίρνουν εντολές από τους τραπεζίτες.

Δεν πρέπει σε καμμιά περίπτωση να υποβαθμιστεί το γεγονός της οικονομικής κρίσης. Κρίση-και μάλιστα σοβαρή-υφίσταται. Η μόνιμη επωδός της αριστερής αντιπολίτευσης ότι «η κρίση είναι στα μυαλά της πλουτοκρατίας» είναι μια παραίσθηση εκτός πραγματικότητας. Είναι, όμως, ορθός ο τρόπος αντιμετώπισης της ελληνικής οικονομικής κρίσης;  Ο δρόμος της υποταγής στην αγορά και της προσήλωσης στο νεοφιλελεύθερο ευαγγέλιο που πιεζόμαστε να ακολουθήσουμε ενέχει τον τεράστιο κίνδυνο της κατάρρευσης της οικονομίας, ως αποτέλεσμα της οικονομικής απονεύρωσης της μεσαίας τάξης και, κυρίως, τον κίνδυνο κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος.

Ακόμα και στις (περισσότερες) χώρες της Δυτικής Ευρώπης που πλήττονται από την κρίση, υπάρχει μια ευρεία κοινωνική αποδοχή και εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Ενδεχομένως υπάρχουν σκληρές κόντρες εντός του πολιτικού συστήματος, αλλά οι πολίτες, σε γενικές γραμμές, δεν απαξιώνουν το Κοινοβούλιο, τα κόμματα, τα συνδικάτα, τη δικαστική εξουσία και τις ανεξάρτητες αρχές. Στην Ελλάδα υποβόσκει, από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, όπως γράφει και ο Γιάννης Βούλγαρης, μια καχυποψία για το πολιτικό σύστημα, αποτέλεσμα κυρίως της διάψευσης των προσδοκιών της Μεταπολίτευσης. Η πολιτική αποδυνάμωση του Κοινοβουλίου με την εκλογή ανθρώπων από τον κόσμο του life style και τον επιχειρηματικό κόσμο κάτω από την προσεκτική καθοδήγηση των media, η μετατροπή των κομμάτων εξουσίας (και κυρίως του ΠΑ.ΣΟ.Κ., καθώς η ιδεολογία ποτέ δεν υπήρξε το φόρτε της ΝΔ) από χώρους συμμετοχής και παραγωγής πολιτικής σε γραφειοκρατικούς οργανισμούς ευρέσεως εργασίας, η διασύνδεση πολιτικών με επιχειρηματικά συμφέροντα και ο προκλητικός τρόπος ζωής της πολιτικής ελίτ, η οικογενειοκρατία, η διαφθορά και η οξυνόμενη ανομία, όσο κι αν έχουν «βολέψει» τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, σταδιακά δημιουργούν ένα εύφορο έδαφος οργής και αμφισβήτησης στο οποίο καλλιεργούν τις ακραίες θέσεις τους η ρατσιστική και επικίνδυνη ακροδεξιά και η ουτοπική και βίαιη ακροαριστερά. Δεν ξέρω τι είναι χειρότερο-η χρεωκοπία της οικονομίας, ή μια απαξίωση και, εν τέλει, αποσύνθεση του πολιτικού συστήματος α λα Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Και στην κρίση η Ισλανδία μας δίνει ένα ακόμη μάθημα. Πέταξε από την εξουσία τους νεοφιλελεύθερους, οι οποίοι έχασαν το 35% της δύναμής τους, και εξέλεξαν την πρώτη γυναίκα πρωθυπουργό και επικεφαλής κεντροαριστερού συνασπισμού των Σοσιαλδημοκρατών και του Αριστερού Κινήματος των Πράσινων, Jóhanna Sigurðardóttir. Με έμφαση στην κοινωνική διαβούλευση πάρθηκαν σκληρά, αλλά κοινωνικά δίκαια μέτρα (πληρώνουν ΟΛΟΙ ανάλογα με τις δυνάμεις τους) και ταυτόχρονα ξεκίνησε μια γιγαντιαία προσπάθεια ανόρθωσης της οικονομίας με εκσυγχρονισμό των δομών της και αξιοποίηση του αναπτυξιακού πλούτου της χώρας. Το κοινωνικό κράτος αποκαθίσταται σταδιακά, οι εξαγωγές αναμένεται να γνωρίσουν αύξηση 11% σε σχέση με πέρσι, η ανεργία έπεσε στο 9,1% (στην ευρωζώνη το αντίστοιχο ποσοστό είναι 9,5%) και το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν θα επιστρέψει σε θετικό πρόσημο μετά την καταστροφική μείωση του 25% το 2009. Ταυτόχρονα η Ισλανδία αιτήθηκε την είσοδό της στη ζώνη του ευρώ, για να αποφύγει να αντιμετωπίσει και πάλι στο μέλλον τις συνέπειες της δραματικής υποτίμησης του εθνικού της νομίσματος, όπως τις έζησε τον τραγικό Οκτώβρη του 2008.

Τι μας διδάσκει, επομένως, η Ισλανδία; Πρώτον, ότι η αγγλοσαξονική νεοφιλελεύθερη συνταγή έχει αποτύχει, τελεία και παύλα. Δεύτερον, ότι χρειάζεται πολιτική τόλμη για να αντιμετωπιστεί μια βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση. Τρίτον, για να αντιμετωπιστεί αυτή η κρίση χρειάζεται συστράτευση των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων του Κέντρου και της δημοκρατικής Αριστεράς για να χαραχθεί μια προοδευτική οικονομική πολιτική με αναπτυξιακό χαρακτήρα (κι όχι μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας με συμμετοχή δεξιών νεοφιλελεύθερων, όπως θα ήθελαν κύκλοι των μεγάλων συμφερόντων της χώρας). Επιπλέον, χρειάζονται βαθιές τομές στο πολιτικό σύστημα με αποκέντρωση των εξουσιών, αποδυνάμωση του ρόλου των προσώπων μέσα στο πολίτευμα, μετάγγιση της ισχύος στην περιφέρεια και σε ανεξάρτητες αρχές και εκσυγχρονισμός στη λειτουργία των κομμάτων και των συνδικάτων.

Ο Γ. Παπανδρέου βρίσκεται σε δεινή θέση. Παρόλα αυτά, μέσα στην καταχνιά των ημερών, δυο ειδήσεις αναπτερώνουν ελαφρώς το ηθικό. Η πρώτη είναι πως τον Έλληνα πρωθυπουργό συμβουλεύει ο νομπελίστας κολοσσός της προοδευτικής οικονομικής σκέψης και φανατικός πολέμιος του νεοφιλελευθερισμού, Τζόζεφ Στίγκλιτς καθώς και ο Τζέιμς Γκαλμπραίηθ , ο γιος του σπουδαίου Αμερικανού κεϋνσιανού οικονομολόγου Τζον Κένεθ Γκαλμπραίηθ, ο οποίος ακολουθεί θεωρητικά τα βήματα του πατρός του.  Η δεύτερη, πως ο Παπανδρέου σκέφτεται να δημιουργηθεί ένας «άξονας» χωρών που αντιμετωπίζουν την κερδοσκοπική επίθεση (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία κ.λπ.), γεγονός που  «μυρίζει» λίγο  ΠΑ.ΣΟ.Κ. της περιόδου 1982-83 με τη συμμαχία των χωρών του Νότου που έφερε τα περίφημα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, τα οποία άλλαξαν τη φυσιογνωμία της χώρας. Εάν, μαζί με τέτοιες πρωτοβουλίες στη διεθνή οικονομική σκακιέρα, ακολουθήσουν δυναμικές, προοδευτικές πολιτικές στην οικονομία και στην εξυγίανση του πολιτικού συστήματος  με κοινωνική ευαισθησία και δικαιοσύνη μαζί με τη σύμπραξη των υγιών αριστερών δυνάμεων, τότε ίσως δείξουμε πως μάθαμε το ισλανδικό μας μάθημα και πως εικόνες κινδύνου για το πολιτικό σύστημα, σαν αυτή που αντίκρυσα σήμερα το πρωί με εκπρόσωπο του ΛΑΟΣ έξω από την εκκλησία της γειτονιάς μου να συγκεντρώνει υπογραφές για δημοψήφισμα εναντίον των μεταναστών, θα ξεθωριάσουν για τα καλά.

Δε σκοπεύω να ασχοληθώ στο άρθρο αυτό με τις πτυχές του νομοθετήματος που προωθεί η κυβέρνηση για την ιθαγένεια (μπορώ ωστόσο να παραπέμψω τους ενδιαφερόμενους στην πολύ κατατοπιστική σελίδα της Eλληνικής Ένωσης  για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου-http://www.hlhr.gr/kei.htm). Με ενδιαφέρει κυρίως η καταγραφή και η ολοένα μεγαλύτερη απήχηση που βρίσκουν ακραίες απόψεις, οι οποίες εκφράζονται στα πλαίσια του ευρύτατου δημόσιου διαλόγου για το θέμα της ιθαγένειας, απόψεις οι οποίες αποδεικνύουν πως το τέρας του νεοφασισμού μπορεί να έρπει, αλλά δεν κοιμάται στη χώρα μας.

Για να αποκτήσει κανείς στο σύγχρονο κόσμο το δικαίωμα του ανήκειν σε μια εθνική κοινότητα, πρέπει να είναι σε θέση να ισχυριστεί το jus soli (δίκαιο του εδάφους), το jus sanguinis (δίκαιο του αίματος), ή μια μίξη και των δύο, όπως συμβαίνει στις πιο πολλές χώρες (και στην Ελλάδα). Το δίκαιο του εδάφους είναι η γαλλικής προέλευσης άποψη για την απόκτηση ιθαγένειας, που προτάσσει τη μόνιμη διαμονή κάποιου πολίτη ως το βασικό κριτήριο για τη χορήγηση της πολιτειακής ταυτότητας. Η απόκτηση ιθαγένειας με βάση το «αίμα» ή τη «γνήσια φυλετική καταγωγή» θεωρείται γερμανικής προέλευσης και εκφράζεται μέσα από τον εθνοτικό εθνικισμό. Στη χώρα μας ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας δυσφορεί για τη χορήγηση ιθαγένειας σε μετανάστες που έχουν συμπληρώσει τον αριθμό ετών σύμφωνα με το νόμο (και επίσης ένα μεγάλο κομμάτι ανοιχτά εναντιώνεται στη χορήγηση ιθαγένειας στους μετανάστες δεύτερης γενιάς που προτείνει η κυβέρνηση) προτάσσοντας δυο βασικά επιχειρήματα-τη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας  και τον κίνδυνο φυλετικής αλλοίωσης του «ελληνικού γένους».

Το πρώτο επιχείρημα ασπάζονται-πέρα από τους ιεροκήρυκες της άκρας δεξιάς-και πολλοί μετριοπαθείς συμπολίτες μας, επηρεασμένοι από την εθνοκεντρική εκπαίδευση που έλαβαν ως μαθητές αλλά και λόγω της ανασφάλειας που προκαλούν οι ραγδαίες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο (ανεργία, οικονομική κρίση, εγκληματικότητα και λαθρομετανάστευση). Το δεύτερο επιχείρημα, παρόλο που εδώ και αρκετά χρόνια χρησιμοποιείται από ρατσιστικούς κύκλους της περιθωριακής ακροδεξιάς, αρχίζει δυστυχώς να κερδίζει έδαφος σε τμήματα της κοινωνίας με την ευγενική χορηγία του κοινοβουλευτικού ΛΑΟΣ, εκκλησιαστικών κύκλων και με τη διακριτική υποστήριξη της ηγεσίας της Νέας Δημοκρατίας, που χρησιμοποιεί για το ζήτημα αυτό μια επικίνδυνη διγλωσσία.

Η ρητορική του αρχηγού του ΛΑΟΣ είναι γνωστή. Κρύβει την απέχθεια της κομματικής του βάσης για τους «μη Έλληνες» προτείνοντας τη-δήθεν δημοκρατική και σίγουρα για δημαγωγική χρήση-λύση του δημοψηφίσματος. Η πρόσφατη ρατσιστική έκρηξη του Μητροπολίτη Καλαβρύτων Αμβρόσιου είναι ενδεικτική της ισχυρής τάσης που κυριαρχεί στο χριστεπώνυμο πλήθος και θα τη ζήλευε ακόμη κι ο θεωρητικός της φυλετικής πολιτικής των Ναζί, Alfred Rosenberg. Θαυμάστε τον: «η απόφαση αυτή δυναμιτίζει την εθνική μας συνοχή και την καθαρότητα της φυλής μας«, «το ιερό καταπίστευμα της Ορθοδοξίας και της ελευθερίας,το οποίο μάς εχάρισαν οι προ ημών του ιερατείου πρόκριτοι, πολλοί εξ αυτών με το αίμα τους, δεν έχουμε το δικαίωμα να το μολύνουμε, αγαπητοί μου αδελφοί«. Όσο για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η αρχικά συναινετική στάση που τηρούσε, καλώντας την κυβέρνηση να μη δείξει βιασύνη για να νομοθετήσει, αντικαταστάθηκε από την επικίνδυνη ατάκα του Αντώνη Σαμαρά: «Οι Έλληνες είναι λαός, όχι πληθυσμός«.  Αν δεν είναι ρητορικό πυροτέχνημα, η φράση αυτή μπορεί να υποδηλώνει πως ένα τμήμα του πληθυσμού (που δεν μπορεί να είναι Έλληνες), δεν μπορούν να γίνουν Έλληνες (οι οποίοι είναι λαός-προφανώς με φυλετικά/εθνοτικά κριτήρια). Πόση διαφορά έχει, επομένως, η ατάκα αυτή από τη ρητορική του Αμβρόσιου, ή του Καρατζαφέρη και των συν αυτώ; Διαφορά…ευγενείας, ενδεχομένως.

Όσο κι αν ακούγεται τραβηγμένο, οι συνθήκες που εξέθρεψαν τα ρατσιστικά καθεστώτα του ναζισμού και του φασισμού, συνθήκες που συνδέονται με το φόβο που προκαλεί μια τεράστια οικονομική κρίση και με τη γενικευμένη ανασφάλεια μιας κοινωνίας, μετά το κραχ του 1929, μπορούν-σε ένα βαθμό-να παραλληλιστούν με τη σημερινή πραγματικότητα και την παγκόσμια οικονομική κρίση. Μπορεί να μην έχουμε κάποιο αποκρυσταλλωμένο ιδεολογικό ρεύμα που να καθοδηγείται από ένα χαρισματικό ηγέτη (βλέπε εθνικοσοσιαλισμός/Χίτλερ), ωστόσο τα τελευταία χρόνια ακροδεξιοί πολιτικοί σχηματισμοί ανθούν στην Ευρώπη. Χρησιμοποιώντας έντεχνα αριστερή ρητορική και, πολλές φορές, αποφεύγοντας ακραίες εκφράσεις, αρέσκονται στο να τροφοδοτούν το φόβο των πολιτών για τη μετανάστευση, το έλειμμα ασφάλειας και την ισλαμική τρομοκρατία. Ένα εκατομμύριο ψηφοφόροι (κυρίως από την εργατική τάξη) εξέλεξαν ευρωβουλευτή στις πρόσφατες ευρωεκλογές  το δημαγωγό και νοσταλγό των Ναζί Nick Griffin του φασιστικού BNP, προκαλώντας σεισμό στη Βρετανία. Στην Ολλανδία (δεύτερο το PVV στις πρόσφατες ευρωεκλογές), στο Βέλγιο (όπου κυριαρχεί το πανίσχυρο Flemish Block), στην Ελβετία (πρώτη δύναμη το εθνικιστικό-λαϊκιστικό SVP), στην Ουγγαρία, στη Δανία, τα ακροδεξιά κόμματα κερδίζουν ψήφους, λαϊκή απήχηση, έδρες και ποσοστά (σε κάποιες περιπτώσεις διψήφια), ακολουθώντας την παράδοση της αυστριακής, της γαλλικής και της ιταλικής ακροδεξιάς. Στη χώρα μας, τέλος, το ΛΑΟΣ (που ισχυρίζεται πως δεν είναι ακροδεξιό), φιλοξενεί στις τάξεις του τον πρώην αστέρα του Εθνικού Μετώπου, Μάκη Βορίδη, το γιο του γνωστού μεταξικού ιστορικού Πλεύρη και ένα σημαντικό αριθμό στελεχών, προερχόμενο από τις τάξεις της Χρυσής Αυγής και της ΕΝΕΚ (νεολαίας του-διαλυμένου πλέον-κόμματος της ΕΠΕΝ, που είχε ιδρύσει από τον Κορυδαλλό ο δικτάτορας Παπαδόπουλος).

Εάν αυτά τα λίγα στοιχεία δεν προκαλούν ανησυχία για τη διάδοση του νεοφασισμού στην Ελλάδα και στην Ευρώπη ίσως θα ήταν καλό να διαβάσετε το εξαιρετικό βιβλίο του Γιάννη Κάτρη «Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα» (αναφερόμενο στην προ-δικτατορική περίοδο), ή το επικό δίτομο έργο του ιστορικού Ian Kershaw «Χίτλερ Ύβρις και Νέμεσις» για να διαπιστώσετε πόσο εύκολο είναι, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, να επωαστεί το αυγό του φιδιού, ακόμη και σε χώρες  με ένα επαρκές πολιτισμικό και κοινωνικοοικονομικό επίπεδο. Τέλος, για το ζήτημα της ιθαγένειας θεωρώ σοφό το σλόγκαν της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου «Έλληνας και γενιέσαι και γίνεσαι«. Στη σημερινή διαπολιτισμική πραγματικότητα πρέπει, επιτέλους, να αποδεχθούμε πως θα ζήσουμε εμείς και τα παιδιά μας με ανθρώπους που προέρχονται από άλλες γωνιές της γης, που μπορεί να διαφέρουν σε χρώμα, θρησκεία και συνήθειες από εμάς. Αν δεν μπορούμε να το χωνέψουμε εμείς, ένας κατ’ εξοχήν αποδημητικός λαός, με εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες «εξ αίματος» να έχουν αποκτήσει άλλες ιθαγένειες, τότε είμαστε υποκριτές και κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Μόνο η εκπαίδευση και η συνεχής ενημέρωση μπορούν να βοηθήσουν, ώστε να γίνει σαφές πως η ιθαγένεια δεν είναι κληρονομικό δικαίωμα, ούτε πιστοποιητικό φυλετικής αγνότητας.

To ΚΚΕ είναι κόμμα-ταμπού στη χώρα μας. Η κριτική εναντίον του είναι ισχνή, οι αγκιτάτορές του αφήνονται να φωνασκούν ελεύθερα στα media καθυβρίζοντας τους πάντες χωρίς κανένας δημοσιογράφος-εισαγγελέας (από αυτούς που αρέσκονται στο να εξευτελίζουν όλους τους υπόλοιπους εκπροσώπους του πολιτικού κόσμου) να τολμά να ανακόψει το ρητορικό τους οίστρο (ιδιαίτερα την αναίδεια της αρειμανίου καπνίστριας) και οι αναφορές Τύπου/ακαδημαϊκών στην πτώση του Τείχους το ’89 και στην κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού καθώς και στη βαρβαρότητα των σοβιετικών καθεστώτων μέχρι τότε είναι υπέρ το δέον διακριτικές. Οι αιτίες είναι αρκετές. Να αναφέρω ως κυριότερες τη δικαιολογημένη συμπάθεια της ελληνικής κοινωνίας για τις σκληρές διώξεις που υπέστησαν για τα πιστεύω τους οι Έλληνες κομμουνιστές για 50 χρόνια, την αποφασιστική συμμετοχή  τους σε κοινωνικούς αγώνες που είχαν σαν αποτέλεσμα  σημαντικές κατακτήσεις για το εργατικό κίνημα, τον-σε μεγάλο βαθμό-δικαιολογημένο αντιαμερικανισμό και  αντίστοιχα τη «ρωσοφιλία», όπως γράφει ο Ριχάρδος Σωμερίτης, μεγάλου τμήματος της κοινής γνώμης και τα παραδοσιακά αντιδεξιά αντανακλαστικά μεγάλου κομματιού του ελληνικού λαού.

Την ίδια παράδοξη ασυλία απολαμβάνει το ΚΚΕ από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Η ΝΔ, εκφράζοντας το χώρο που για δεκαετίες δίωξε τους κομμουνιστές, ενδεχομένως από διάθεση μεταμέλειας (αν μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τέτοιου τύπου συναισθήματα στην πολιτική αρένα) και βεβαιότατα για την καλύτερη αντιμετώπιση του φαινομένου ΠΑ.ΣΟ.Κ. πάντα φερόταν στο ΚΚΕ με το γάντι και σε πολλές περιπτώσεις συμμάχησε εκλογικά μαζί του τόσο σε αυτοδιοικητικό επίπεδο όσο και σε κυβερνητικό (η περίφημη συγκυβέρνηση Μητσοτάκη το’89-ειρωνικά τη χρονιά που κατέρρεε πανευρωπαϊκά ο κόσμος του υπαρκτού σοσιαλισμού) ώστε να διαμοιραστούν τα ιμάτια της-κατά καιρούς-παραπαίουσας Κεντροαριστεράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ (και ο Συνασπισμός παλιότερα) έχουν μια σαφή αμφιθυμία απέναντί του, με ένα μεγάλο αριθμό φίλων και στελεχών του να αλλοιθωρίζουν συχνά προς τον Περισσό. Τέλος, στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., αν και οι ηγετικές του ομάδες (κυρίως μετά το ’96) έχουν ανοίξει ουκ ολίγες φορές δημόσια πόλεμο με το ΚΚΕ, δεν είναι κρυφό πως μεγάλο κομμάτι της βάσης του το αντιμετωπίζει με ανοχή, είτε γιατί προέρχεται από το χώρο αυτό, είτε γιατί υπάρχει κοινή ιστορία βασανισμών, εκτοπίσεων, αγώνων με τους κομμουνιστές, είτε γιατί κάποια μέλη του ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχουν ενοχικά σύνδρομα για τη μετατροπή του κόμματός τους από ριζοσπαστικό κίνημα σε αστικό κόμμα εξουσίας.

H ιδιότυπη αυτή ασυλία έχει ως αποτέλεσμα η εκλογική απήχηση του ΚΚΕ να είναι ιδιαίτερα δυσανάλογη της επιρροής του στην κοινωνία.  Όντας συντηρητική σε πολλά ζητήματα, έτσι και με το Κομμουνιστικό Κόμμα  η ελληνική κοινωνία δείχνει να αντιμετωπίζει το κόμμα αυτό ως μια αναγκαία παράδοση. Συνθήματα όπως «απειθαρχία-απείθεια-ανυπακοή» ηχούν οικεία και ευχάριστα στα αυτιά πολλών Ελλήνων, που διακρίνονται από μια-στα λόγια-αντιεξουσιαστική διάθεση. Η πρωτοφανής στη χώρα μας, σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο, έλλειψη ιστορικής ενημέρωσης για τη σοβιετική βαρβαρότητα και την ολοκληρωτική αποτυχία του μοντέλου του κρατικού συγκεντρωτισμού έχει σαφώς συμβάλει και αυτή στην αξιοθαύμαστη αντοχή του ΚΚΕ στο χρόνο (9,36% στις εκλογές του 1977-στην πρώτη αυτόνομη κάθοδο σε εθνικές εκλογές, 7,54% στις πρόσφατες του 2009, ενώ τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά κόμματα έχουν υποστεί τεράστια συρρίκνωση με πιο χαρακτηριστική περίπτωση αυτή του Γαλλικού ΚΚ που από το 20,55% του 1978 έχει γκρεμιστεί στο 4,29% των εκλογών του 2007).

Αυτό που προκαλεί τη μεγαλύτερη εντύπωση, ωστόσο, είναι πως το ΚΚΕ δεν οφείλει την αντοχή του σε κάποια δημοκρατικού τύπου μετάλλαξη. Αντίθετα. Στο τελευταίο συνέδριό του (το 18ο) αποκαθίσταται ο…Στάλιν. Επιπλέον, αυτοί που έχουν τη δυνατότητα να αντιπαρατίθενται με το ΚΚΕ στους μαζικούς χώρους (κυρίως στα φοιτητικά αμφιθέατρα και στο συνδικαλιστικό κίνημα) γνωρίζουν από πρώτο χέρι (ενίοτε και…πόδι) τη λεκτική και σωματική βία. Τα σωματεία που ελέγχει το ΠΑΜΕ μετατρέπονται σε κλειστά clubs όπου το δικαίωμα συμμετοχής και πολιτικής δράσης για όσους δεν ασπάζονται την κόκκινη ορθοδοξία καταργείται με μεθόδους τρομοκρατίας. Η κλασική τακτική του ΚΚΕ του «διασπώ  ό,τι δεν ελέγχω και καπελώνω ό,τι έχω» έχει βρει την τέλεια έκφρασή του στο συνδικαλιστικό κίνημα με τις εντεινόμενες προσπάθειες απόσχισης του ΠΑΜΕ από τη ΓΣΕΕ. Τέλος, η εσωκομματική δημοκρατία είναι έκφραση-ανέκδοτο για αυτό το χώρο.

Δε χωρεί αμφιβολία ότι ιστορικά η πλειονότητα των κομμουνιστών έχει αγωνιστεί και προσφέρει για την πρόοδο και τη δημοκρατία στη χώρα μας. Δε χωρεί επίσης αμφιβολία πως το μεγαλύτερο κομμάτι τους έχει απαρνηθεί τις ολοκληρωτικές λογικές του ΚΚΕ κι έχει προσχωρήσει είτε στην Ανανεωτική Αριστερά, είτε στην Κεντροαριστερά.  Το κόμμα του Περισσού δείχνει εγκλωβισμένο στην ιστορική ενδοσκόπηση και στην απλοϊκή, μανιχαϊστική θεώρηση των πραγμάτων. Δυστυχώς, η αδυναμία παραγωγής ουσιαστικής πολιτικής  οδηγούν σε αδιέξοδη συνθηματολογία και, κυρίως, επικίνδυνη δημαγωγία και φασιστική πρακτική στους μαζικούς χώρους. Η περιφρόνηση στις εκλογικές πλειοψηφίες, η έκφραση «κηρύττουμε πόλεμο» της κ. Παπαρήγα, η συνεχής άσκηση βίας από μέλη του ΚΚΕ και της νεολαίας του στα συνδικάτα και στα αμφιθέατρα, η πρόσφατη απαγόρευση δια της βίας από μέλη του ΠΑΜΕ της έναρξης του διαλόγου των φορέων με τον Υπουργό Εργασίας, η άρνηση της ιστορικής πραγματικότητας (βλέπε πάνω πρωτοσέλιδο του Ριζοσπάστη από τις 9/11/2009, όταν στο Βερολίνο εορτάστηκαν τα 20 χρόνια από την πτώση του Τείχους) και η αποθέωση του σταλινικού παρελθόντος στο πρόσφατο συνέδριο του κόμματος δικαιολογούν, σε ένα βαθμό, την πρόσφατη δημόσια τοποθέτηση του προέδρου της ΓΣΕΕ, ο οποίος χαρακτήρισε το ΚΚΕ «κόμμα εκτός δημοκρατικού τόξου».  Έχοντας στο μυαλό τις πρακτικές αυτές και το, ευτυχώς,ουτοπικό σενάριο της-σε μονοκομματικό περιβάλλον και χωρίς ίχνος αντιπολίτευσης εννοείται-διακυβέρνησης της χώρας μας από ένα κόμμα ολοκληρωτικής λογικής, θεωρώ πως  δικαιώνεται πλήρως ο τίτλος του βιβλίου του παλιού αγωνιστή του ΚΚΕ και για πολλά χρόνια μέλους του παράνομου μηχανισμού του, Τάκη Λαζαρίδη (με μια απάντησή του σε πρόσφατη συνέντευξη κλείνει το άρθρο μου):

«Ευτυχώς, ηττηθήκαμε σύντροφοι».

Ε: Γιατί λοιπόν «ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι» κ. Λαζαρίδη;
A: Γιατί αν είχε κερδίσει η Αριστερά, το ΚΚΕ, θα είχαμε γίνει δεύτερη Αλβανία, γιατί όλες αυτές οι χώρες που προσδέθηκαν στο σοβιετικό άρμα, που πήγαν δηλαδή με τον Στάλιν, όλες οι χώρες κ. Θεοδώρου, έγιναν Αλβανία, Βουλγαρία, Ρουμανία. Ποια ήταν η συνέπεια για αυτές τις χώρες, τι γίνανε; Η συνέπεια για αυτές τις χώρες είναι, ότι μείνανε πενήντα χρόνια πίσω. Οικονομικά, κοινωνικά, πολιτιστικά, μείνανε πενήντα χρόνια πίσω. Και αν εμείς είχαμε νικήσει, γιατί αυτό ήταν το πρόγραμμα του ΚΚΕ, θα είχαμε γίνει νέα Αλβανία. Δηλαδή θα μας ευχαριστούσε να ήμασταν σήμερα Αλβανία, θα το θέλαμε;

(πηγή elkosmos.gr)

Στα ζητήματα που άπτονται των ανθρωπιστικών επιστημών καλό είναι να έχουμε στο μυαλό μας πως, συνήθως, δεν υπάρχει άσπρο-μαύρο, αλλά κυριαρχεί η fusion logic. Συνήθως…διότι στην περίπτωση της Θάλειας Δραγώνα υπάρχει άσπρο και μαύρο. Eίναι σαφές πως μπορεί να  συμφωνεί ή να διαφωνεί κανείς ακαδημαϊκά με τις απόψεις της για το έθνος-κράτος, την εθνική ταυτότητα και τη γένεσή τους. Άλλωστε η διαμάχη μεταξύ αρχεγονιστών και νεωτεριστών στην επιστημονική κοινότητα για το έθνος και τον εθνικισμό μαίνεται εδώ και δεκαετίες. Στην περίπτωση, όμως, του κειμένου της κ. Δραγώνα στο (εξαίρετο)  «Τι ειν’ η πατρίδα μας» η επιλεκτική, έντεχνη και στοχευμένη διαστρέβλωση των θέσεων της συγγραφέως γίνεται για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της προπαγάνδας των δεξιών φονταμενταλιστών.

Δε θα επεκταθώ στο σχολιασμό της κλιμάκωσης της δημόσιας αντιπαράθεσης για το θέμα της κυρίας Δραγώνα και στην (προκλητική) απαίτηση τμήματος του πολιτικού κόσμου για την απομάκρυνσή της-πιστεύω πως έχουν αναλυθεί επαρκώς τα επιχειρήματα αμφοτέρων των πλευρών. Θέλω, ωστόσο, να σημειώσω πως προξενεί δυσάρεστη έκπληξη η αναιμική στήριξη του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην ειδική γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας, αφήνοντας την υπεράσπισή της στο ΣΥΡΙΖΑ, κάποιους ακαδημαϊκούς/διανοούμενους και λίγους γενναίους bloggers. Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, στελέχη του ΠΑ.ΣΟ.Κ., με έντονη διαδικτυακή δράση, ενώνουν τη φωνή τους με τους διώκτες της κυρίας Δραγώνα, χρησιμοποιώντας ακόμη και επιχειρήματα περί «φυλετικής καθαρότητας» και εγείροντας έτσι εύλογα ερωτήματα για το αν υπάρχει χώρος στην  Κεντροαριστερά για  εθνικοσοσιαλιστική ρητορική.  H άνιση αυτή μάχη-τόσο στο διαδίκτυο όσο και στον Τύπο-φανερώνει τη δύναμη της εμπεδωμένης εθνικιστικής ιδεολογίας που διαρρέει οριζόντια όλους τους πολιτικούς χώρους. Πάνω απ’ όλα όμως φανερώνει τη δύναμη της εθνικιστικής προπαγάνδας, όπως αυτή ασκείται μέσα από τα Αναλυτικά Προγράμματα της πρωτοβάθμιας, κατά κύριο λόγο, και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Η σχολική ιστορία, η γλώσσα, η γεωγραφία, η αγωγή του πολίτη και τα θρησκευτικά αποτελούν τους βασικούς πυλώνες της προπαγάνδας αυτής που «σφραγίζει» τους εγκεφάλους των παιδιών με το χαλκευμένο ιδεολόγημα της τρισχιλιετούς πορείας του ελληνικού έθνους. Χωρίς να θέλω να μπω σε λεπτομέρειες, το ιδεολόγημα αυτό στερείται επιστημονικής βάσης, διότι το έθνος-κράτος είναι-είτε μας αρέσει είτε όχι- ένας σχετικά καινούριος τρόπος πολιτικής διαίρεσης του πλανήτη. Όπως εύστοχα γράφει και ο Billig   στο Banal Nationalism, αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στο χάρτη της μεσαιωνικής Ευρώπης με τις χαώδεις δυναστικές αυτοκρατορίες κι ένα σύγχρονο χάρτη με τα δεκάδες τακτοποιημένα και χρωματισμένα κράτη ώστε να αντιληφθεί την αλλαγή που έχει επέλθει με την επέλαση του εθνικισμού μετά τη Γαλλική Επανάσταση.

Το ζητούμενο, λοιπόν, για τον όποιο δημόσιο διάλογο για τον εθνικισμό δεν είναι μόνο το εάν καταδιώκεται, με όρους ιεροεξεταστικούς, ένα στέλεχος της κυβέρνησης και του ακαδημαϊκού κόσμου. Είναι, κυρίως, η καταπολέμηση της αμάθειας του μέσου πολίτη για τα ζητήματα αυτά (που είναι θέματα ταμπού) μέσω της αναπροσαρμογής των σχολικών Αναλυτικών Προγραμμάτων προς μια κατεύθυνση που προκρίνει τον ορθό επιστημονικό λόγο, τον κοσμοπολιτισμό, την ανοχή στη διαφορετικότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και περιθωριοποιεί την εθνικιστική ρητορική, τη μισαλλοδοξία, το ρατσισμό και τη μεταφυσική σκέψη.

Η προσφερόμενη σχολική γνώση και η ενημέρωση της εκπαιδευτικής κοινότητας για το ζήτημα αυτό και τις διδακτικές του προεκτάσεις είναι, ενδεχομένως, η πρώτιστη μέριμνα για τη νέα κυβέρνηση, διότι μόνο μέσω της εκπαίδευσης μπορεί να προετοιμαστούν πολίτες έτοιμοι να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες ανάγκες της νέας εποχής σε ένα προκλητικό πολυπολιτισμικό περιβάλλον. Ίσως τότε και μετά από σκληρή δουλειά ετών να μπορέσουμε να περιορίσουμε αποφασιστικά στην κοινωνία την επιρροή των ακραίων εραστών της εθνικής καθαρότητας και των κηρύκων του μίσους. Μια κοινωνία που διδάσκεται να μισεί και να αναζητεί εχθρούς, συνομώτες και προδότες είναι μια άρρωστη, μίζερη κοινωνία που  πάντα θα αποζητά «Δραγώνες» προς στοχοποίηση για να αιτιολογήσει την ασθενική κι επικίνδυνη ιδεολογική της ταυτότητα.

Αυγούστου 2016
Δ T Τ T Π S S
« Φεβ.    
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Λέξεις για την καρτέλα

"Βασικός Σχολιασμός" Billig IMF jus sanguinis jus soli KKE Όλι Ρεν Αίγυπτος Αναλυτικά Προγράμματα ΓΣΕΕ Γιάννης Κάτρης Γιώργος Παπανδρέου Γκαλμπραίηθ Δεξιά Δραγώνα ΙΟΒΕ Ισλανδία Καλλικράτης Καντάφι Καρατζαφέρης Καψής Κεντροαριστερά Κοντογιαννόπουλος ΛΑΟΣ Λιβύη Λούκα Κατσέλη Μουμπάρακ ΝΔ ΟΙΕΛΕ ΠΑ.ΣΟ.Κ. ΠΑΜΕ Παπακωνσταντίνου Ριζοσπάστης Ριχάρδος Σωμερίτης ΣΥΡΙΖΑ Στίγκλιτς Στρος-Καν Τάκης Λαζαρίδης Τρέμη Τσίμας Χρήστος Πρωτόπαπας άρθρο 16 έθνος-κράτος ακροδεξιά αραβική εξέγερση βαρβαρότητα δίδακτρα δημόσια εκπαίδευση εθνική ταυτότητα εθνικισμός εκπαιδευτικά κουπόνια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση εκπαιδευτικοί λειτουργοί εργατικό κίνημα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια ιδιωτική εκπαίδευση ιθαγένεια κεϋνσιανισμός κοινωνική ευαισθησία μετανάστες μνημόνιο νεοφασισμός νεοφιλελευθερισμός οικονομικά μέτρα οικονομική κρίση προπαγάνδα ρατσισμός σοσιαλδημοκρατία συλλογικές συμβάσεις συνδικάτα συνδικαλισμός σχολάρχες σχολική ιστορία υπαρκτός σοσιαλισμός φροντιστήρια
Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.